Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Στέρεψε η πηγή της μουσικής μας κληρονομιάς και στην Πετρούσα


mitakos petrousaΟ τελευταίος από τους μεγάλους αυτοδίδακτους λυράρηδες, γέννημα θρέμμα της Πετρούσας, ο «Μητάκος», μας άφησε ανήμερα της ονομαστικής του γιορτής του Αγίου Δημητρίου στα 85 του χρόνια.
Τον αποχαιρετήσαμε την επόμενη ημέρα, Κυριακή 27 Οκτωβρίου. Προσκυνήσαμε το άψυχο κορμί του.
Η προσπάθεια ενός εκ των μαθητών του να του παίξει ένα μουσικό σκοπό για κατευόδιο δεν κατέστη δυνατή λόγω της υπερβολικής του συγκίνησης, της μη αντοχής του στην οδύνη και τον ανθρώπινο πόνο. Ο νέος καλλιτέχνης αισθανόμενος το δέος και σεβόμενος τα συναισθηματικά φορτία και τοπία του αρχικού δημιουργού και δασκάλου του δεν άντεξε, λύγισε. Ο σεβασμός και η όποια σχέση με το δάσκαλο δεν δύναται να ελεγχθεί από τη λογική του πρέπει και του οφείλει, είναι σχέση βαθειά ανθρώπινη.
Ο ίδιος το διαισθάνθηκε και το προέβλεψε στο φετινό «Μπάμπιντεν» στη διάρκεια των αγερμών με την καμήλα (=ιερό ζώο, -γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, η πιθανή απόδραση προς τον έξω κόσμο ως υπόσχεση της λήθης-, που δείχνει τον μακρύ δρόμο του … μεταξιού, την αιώνια πάλη του θετικού και του αρνητικού, ανυψώνει την αντοχή, την τραχύτητα και την επιμονή στο στόχο σε υπέρτατες αξίες ζωής) έξω από το σπίτι του, «άϊ μάνα μ’ να πιάσω λίγο την καμήλα, ποιος ξέρει του χρόνου αν θα ζω;».
Ο καιρός των μύθων ζει ακόμη στις απλές αντιλήψεις σαν πιστεύω και ιδέες, που απαντούν σε πολύπλοκα θέματα, όπως αυτά συνυφαίνονται μέσα στον πολυκύμαντο καμβά της τοπικής μας ιστορίας και παράδοσης.
Στη νεκρική του κάσα βάλανε οι οικείοι του και τη λύρα του, αρχαίες συνήθειες που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα στα χωριά μας με τις καταβολές από το πολύ μακρινό και απώτατο παρελθόν, συνηθίζουμε να αποκαλούμε τα βάθη των αιώνων, «για να παίζει και εκεί», η ομορφιά και η μαγεία των συνηθειών και των παραδόσεων.
«Γεννήθηκα στην Πετρούσα στις 15 Απριλίου το 1928. Λύρα δεν μ’ έμαθε κανένας. Όταν ήμουν 8-9 χρονών στην τρίτη τάξη έγινα τσιμπούρι και πολύ ενοχλητικός σε έναν φίλο του θείου μου, Βύρων τον λέγανε, σώγαμπρο στου «Τσέσκα», που ερχόταν κάθε μέρα στο σπίτι μας και έπαιζε. Αναγκάστηκε να μου κάνει μια μικρή λύρα. Στα δώδεκά μου ήμουν έτοιμος, με παίρνανε τα κορίτσια και τα παλληκάρια στα αλώνια και στις διασταυρώσεις και τους έπαιζα. Από τότε συνεχίζω ανελλιπώς μέχρι σήμερα (11 Ιουνίου 2008)…».


ΜΗΤΑΚΟΣΕίναι φανερό ότι έπαιζε πρώτα για τον εαυτό του, για να εκφραστεί και μετά για να διασκεδάσει την κοινότητα.
Τα αυθεντικά του ακούσματα των μακρινών μας προγόνων, της χαμένης γλυκιάς αρχέγονης και ακατέργαστης μουσικής διαμόρφωσαν από το ξεκίνημά του το μουσικό ταλέντο και τον εκφραστικό του λίθο, που σμίλεψε μόνος του με βασικό εργαλείο το μουσικό ένστικτό του.
«…Σαν μικρό παιδί, πριν παντρευτώ, τραγουδούσα κιόλας, για λόγους ξέρεις εσύ … δύο λύρες μου σπάσανε … από τότε σα να μου κόψαν τη γλώσσα, δεν τραγουδάω παίζοντας, αλλά είπα μέσα μου εσείς μου τις σπάτε εγώ θα φτιάχνω, έτσι έμαθα και έφτιαχνα μόνος μου. Εγώ ο ίδιος είμαι ο κατασκευαστής. Έχω κάνει 36 λύρες που τις έδωσα στους μαθητές μου σαν δώρο, μήπως κανένας “ψωριάσει” και την “πιάσει” … για να κρατηθεί η παράδοση … έχω κάνει κι άλλες στα δισέγγονά μου …». Έτσι περίπου ξεδιπλώνεται η δική του αλήθεια, που ανάπλασε τις αρνητικές του εμπειρίες και τις έκανε δύναμη.
Η προσωπικότητα του «Μητάκου» ως λαϊκού οργανοπαίχτη ήταν ισχυρή, βέβαια αυτό δεν έγινε από τη μια ημέρα στην άλλη, διαμορφώθηκε και αντλήθηκε από τη συλλογική μας αυτοσυνειδησία, τη ζώσα μνήμη. Με μια τέτοια λογική δημιούργησε γύρω του έναν, το σημερινό, ηχητικό διάκοσμο του χωριού του. Το κέφι, το πάθος, η δημιουργική εσωτερική του φλόγα ήταν η απεικόνιση του πραγματικού βίου, πανόραμα της ιστορίας, μια βαθιά βουτιά στην ιστορική μας διαδρομή, που διαμορφώνει πεδία σταθερότητας και δίνει διάρκεια στη συνέχεια.
Η ιστορία του χώρου είναι η ιστορία μας, αληθινή πατρίδα, γη της ευτυχίας, της ενέργειας και της δημιουργίας. Είναι οι μικροί τόποι, με τις μεγάλες καρδιές. Δεν θα μας κάνουν οι ανιστόρητοι να αισθανόμαστε ένοχοι για την ομορφιά της πατρίδας μας, για τον φυσικό, ιστορικό και αξιακό μας πλούτο και για να χάσουμε την αυτοπεποίθησή μας, επειδή στρέβλωσαν αλήθειες, θεσμούς και συνειδήσεις σπέρνοντας την ηττοπάθεια ή επειδή δέχονται ως «πηγές» αλλότριες βιβλιογραφικές αναφορές των «νικητών» για δικούς τους σκοπούς ή για αληθινές ή επικαλούμενες ή ψεύτικες «αλυτρωτικές» βλέψεις των γειτόνων μας. Στην πράξη βέβαια οι διακρίσεις, οι εθνικιστικές επιδιώξεις και οι πολιτικές σκοπιμότητες είναι πάντοτε παρούσες.
Οι σημαίνοντες ήχοι της μουσικής του -της φαντασίας και της ψευδαίσθησης-, τα συναισθήματα που μετέδιδε, ο νους, η καρδιά και η ψυχή του ήταν μοναδικά, όχι πάντα ωραία και εύηχα, ούτε πρωτότυπα, αλλά σίγουρα διαφορετικά και σπουδαία με το τοπικό ηχόχρωμα να δεσπόζει.
Η μουσική του ερμηνεία ήταν μοναδική για κάθε ρυθμό και τραγούδι, διαμάντια στις γιορτές, θρήνοι και ύμνοι για τη λαϊκή μουσική μας παράδοση, μύηση στο νόημα και στον πνευματικό πλούτο ετούτου του κόσμου, τυλιγμένη στην αχλύ του μύθου. Σύζευξη βιωμάτων, ερμηνειών και εκτιμήσεων, η ουσιαστική και αντικειμενική προσέγγιση, για να εκφραστεί ο εσωτερικός ρυθμός, που δίνει την προέκταση του αληθινού στο συμβολικό. Η αρμονία στη μουσική του είναι ο τρόπος με τον οποίον μπορούμε να την εντοπίζουμε μέσα από το έντονο μοναδικό τοπικό ηχόχρωμα της Πετρούσας.
Ασφαλώς και η προσωπική στάση του καθένα έχει μεγάλη σημασία. Η κατανόηση όμως κατακτάται σε ένα υψηλότερο επίπεδο, όπου αναδείχνεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν τα πρόσωπα.
Αναδείχθηκε σε δημιουργικό πρότυπο για τους νεότερους. Δημιούργησε σχολή με σπουδαίους διαδόχους κι αυτό ακριβώς επικυρώνει την αξία του. Στα δικά του πατήματα και χνάρια «πατούν» πολλοί ή σχεδόν όλοι οι νέοι λυράρηδες στο χωριό του.
Το αποτύπωμά του πολύ βαθύ, που κανείς από τους επιγόνους του δεν μπορεί να το αποφύγει έστω σαν σημείο αναφοράς. Ο χρόνος δεν έφθειρε ούτε την απήχηση, ούτε την επιρροή του στον κόσμο. Ισορρόπησε στο αίσθημα μιας ολόκληρης εποχής.
Όλοι οι μεγάλοι λυράρηδες πλέον σίγησαν, είχαν όμως απίστευτες ιδέες και έμπνευση, λες και έφτιαχναν τη μουσική από πάντα, ένας από αυτούς τους παλιούς μου είχε πει «ακούγαμε τα κελαιδίσματα των πουλιών και προσπαθούσαμε να τα παίξουμε στη λύρα …». Ο «Μητάκος» ήταν ο τελευταίος από τους μεγάλους.
Όλα περιστρέφονται σαν δορυφόροι γύρω από μια δυνατή δική του βασική μελωδία. Υπηρέτησε με τη μουσική του τη συλλογική μας μνήμη, τη ζώσα παράδοσή μας, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα δρώμενά μας, τα κοινής μεν αφετηρίας αλλά πολύ διαφορετικά μεταξύ τους.
Δεν πρέπει να ομογενοποιηθεί το ήθος, ο χαρακτήρας και οι ιδιαιτερότητες των εναπομεινασών επιβιώσεων κυρίως του δωδεκαημέρου αλλά και οι εκπροσωπήσεις των χορευτικών μας συγκροτημάτων, ώστε να συνεχίζουμε με το τοπικό μας χρώμα κρατώντας άσβεστη τη συλλογική τοπική μουσικοχορευτική μας παράδοση και κληρονομιά.
Η τρίχορδη αχλαδόσχημη μακεδονική λύρα που επιχωριάζει και επιβιώνει ακόμη μόνο στα τέσσερα χωριά της Δράμας (Μοναστηράκι, Ξηροπόταμος, Πετρούσα και Πύργοι) έχει μέλλον αν σωθεί και εξελιχτεί διατηρώντας ταυτόχρονα το τοπικό ηχόχρωμα.
Περάσαμε σε μιαν άλλη εποχή, οι πολιτιστικοί σύλλογοι που συνεχίζουν ακόμη να έχουν την ευθύνη τέλεσης των δρωμένων οφείλουν και πρέπει με τους νέους των χωριών τους εκτός από το να τους μυήσουν, να σώσουν ότι έχει απομείνει σε σχέση με τους συμβολισμούς, επιπλέον να γίνουν Φροντιστήρια Μουσικής τοπικής Παιδείας για να δημιουργήσουν έτσι μουσικούς με γνώση, γνώμη, σεβασμό στην παράδοση, εμπιστοσύνη στο παρόν και το μέλλον.
Δεν υπάρχει όμως μέλλον χωρίς διάλογο με τους νεκρούς. Όποιοι κι αν είναι αυτοί: Άνθρωποι, ιδέες, συστήματα. Πάνω σ’ αυτά πατάς για να ανακαλύψεις το καινούριο, τα οποία έρχονται να ταρακουνήσουν κάπως το αμετάβλητο της ιστορίας και να αρχίσει ο διάλογος με το παρελθόν. Ο καθαρός λόγος ισοδυναμεί με μιαν αναπαράσταση όπου συμμετέχουν πολλαπλές πηγές κι ερεθίσματα, αφηγήσεις και είδωλα, σε μια διαρκή αναμέτρηση της Μνήμης και με τη Λήθη («…άστα αυτά τώρα…») και που χρησιμεύει να φωτίσει το παρόν και το μέλλον.
Η λανθάνουσα συγκίνηση μεταδίδεται από γενιά σε γενιά ως αλυσίδα της ζωής και είναι η διαρκής έμπνευση του κόσμου, επειδή κινητοποιεί το μέσα σου, το είναι. Μόνο μέσα στο χρόνο θα βρεθεί η ισορροπία.
Η συνείδηση όμως της απώλειας μιας ολόκληρης γενιάς των μεγάλων μας αυτοδίδακτων λυράρηδων ως πηγές έμπνευσης των νέων μας μουσικών ιχνηλατεί την ανθρωπογεωγραφία, αναδεικνύει την ιστορία, μας οδηγεί να διαισθανθούμε την αξιακή τους υπευθυνότητα και να υπηρετήσουμε αυτά που μας κληροδότησαν. τα μεγαλουργήματα του λαού μας.
Τους οφείλουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη, επειδή άντεξαν, σώσανε και διατήρησαν ως αυθεντικοί φορείς τη μουσική μας παράδοση και κληρονομιά, που μας πηγαίνει αιώνες πίσω και μας κρατά σε μια ζωντανή λαϊκότητα, που φτάνει στον πυρήνα της ψυχής και της συνείδησης του ανθρώπου.
Θέλοντας να παρουσιάσω στη νέα γενιά τη μαγεία που ασκεί η μακρά παράδοση, η πολιτιστική κληρονομιά ως συλλογικό μουσικό έργο, την καλώ να σπάσει τους «μουσικούς κώδικες», να σφιχταγκαλιάσει την ιστορία μας και να προχωρεί περήφανη αναζητώντας τη σύγχρονη ταυτότητα. Είναι η βούλησή μας να μεταλλάξουμε τη μιζέρια, την «ενοχή» και το φόβο σε αναπτυξιακή και δημιουργική ιδεολογία της ατομικής και συλλογικής επιβίωσης.
Είναι μεγάλη μου τιμή που μπορώ κι εγώ με έναν τρόπο να κρατώ ζωντανή τη μνήμη ανθρώπων που χάραξαν μια ξεχωριστή πορεία ζωής.
Υπάρχει όμως για όλους τους ανθρώπους η τελεσίδικη ώρα.
Αιωνία ανάπαυση.
Εμείς ορκιστήκαμε να συνεχίζουμε…
Αγαπημένε μας λυράρη, «Μητάκο», καλό σου ταξίδι!

Γιάννης Παπουτσής
πρόεδρος του «Κέντρου Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας»

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου