Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Το σχετικό απόσπασμα από την ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη στην τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ τον Νοέμβριο του 1979 είναι το παρακάτω:



«Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση.

Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές.

Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας.

Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών.

Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.»

Χ.Ο.Καβάλας-2ο Σεμινάριο Ελλ.Παραδοσιακών Χορών


Άρμεν Κούπτσιος(Προκόπης)


Άρμεν Κούπτσιος(Προκόπης)
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Αρμεν Κούπτσιος γεννήθηκε στον Βώλακα της Δράμας το 1885. Γνωρίστηκε με τον Έλληνα Μακεδονομάχο Καπετάν-Νταή, όταν εκείνος ως δάσκαλος στην Προσοτσάνη Δράμας, μυστικά οργάνωνε τον αγώνα στη Δράμα. Σε αυτόν αποκάλυψε ο Άρμεν τη θέλησή του να αγωνιστεί έως θανάτου για την πατρίδα.



Ο Αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Δράμας και αργότερα Σμύρνης Χρυσοστόμου, Θεμιστοκλής Χατζησταύρου, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, στο «Μακεδονικόν Ήμερολόγιον» του 1965, καταθέτει την εξής μαρτυρία: «Ή Οργάνωσις πού εμυούσε τούς Έλληνας ήταν εντελώς μυστική. Τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο προσπαθούσαμε να τον κρατούμε μακρυά από τον κίνδυνο. Αποφεύγαμε να τον ανακατεύωμε φαινομενικά στην Οργάνωση. Θέλαμε να τον προφυλάξωμε από τον κίνδυνο, πού τον οδηγούσεν ό ορμητικός χαρακτήρας του και ό φλογερός πατριωτισμός του. Γενικός αρχηγός στην Οργάνωση ήταν ό Ίων Δραγούμης. Την πρωτοβουλία στην ορκωμοσία των μυουμένων στη Δράμα την είχα εγώ. Εγώ ήμουν πού ώρκισα τον Άρμεν και τον πατέρα του από τον Βώλακα, καθώς και τον Βαλαβάνη από την Πλεύνα. Τούς δίναμε και όπλα».

Γιῶργος Σεφέρης - Ὁμιλία κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας στὴ Στοκχόλμη



Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.
Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.
(11 Δεκεμβρίου 1963)

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Εμένα οι φίλοι μου…




…είναι διαφορετικοί μετά την κρίση. Τα γέλια, οι χειρονομίες, τα βλέμματα, οι αγκαλιές, όλα αλλάξανε, λιγοστέψανε, κρυφτήκανε σε ένα θλιβερό καβούκι ανασφάλειας. Εκείνο το χαρακτηριστικό χτύπημα στην πλάτη που έδειχνε μια εξ αρχής ανάγκη να αισθανθείς τον άλλο, χάθηκε κι αυτό. Στη θέση του μπήκε η ελεγχόμενη απόσταση, σαν την ελεγχόμενη χρεοκοπία. Λες και κουβαλάμε όλοι ένα νέο είδος αρρώστιας που μας αποτρέπει από το να πλησιάζουμε τους υπόλοιπους ανθρώπους, μήπως και κολλήσουμε κανένα μικρόβιο.
Είναι σα να φοράμε εκείνες τις μάσκες με τις οποίες κυκλοφορούνε οι κάτοικοι περιοχής που έχει υποστεί πυρηνική καταστροφή. Μάσκες. Πολλές μάσκες. Η μάσκα του φόβου, η μάσκα της υποκρισίας, η μάσκα του πόνου, όλοι φορέσαμε κι από μια διαφορετική και βγήκαμε να ξεφαντώσουμε σε τούτο το καρναβάλι της τρέλας, ενώ κανείς δεν μπορεί να δει τα χαρακτηριστικά του άλλου καθαρά. Εμένα οι φίλοι μου…
…φύγανε για τα ξένα. Αφήσανε τη χώρα τούτη καθώς βουλιάζει σαν καράβι πολυτελείας που στην πορεία αποδείχθηκε σάπιο και σαθρό. Φύγανε, όχι γιατί το θελήσανε, αλλά γιατί σπρωχτήκανε με το στανιό στα βαγόνια της ξενιτιάς, αφήνοντας πίσω μανάδες να στέλνουν πάλι γράμματα. Αφήσανε όμως και τους φίλους τους πίσω. Και η ξενιτιά είναι διπλή όταν ξεριζώνεσαι από τη γη των φίλων. Τι να σου κάνουν τα ρομποτικά ταχυδρομεία, τα άψυχα προσωπάκια σε οθόνες από σκονισμένους υπολογιστές, σε σχέσεις “εξ αποστάσεως”, που ποτέ δεν καλύπτουν τις άμεσες στιγμές σου, εκείνες που θέλεις να ξεσπάσεις, εκείνες που επειγόντως έχεις ανάγκη να βρεις κάποιον και να μιλήσεις. Και χτυπιέσαι και καταριέσαι τη χώρα σου γιατί σου πήρε το μισθό, τη δουλειά, την αξιοπρέπεια, αλλά περισσότερο σε πονά που σου πήρε και τα πρόσωπα εκείνα που μπορούσες να εμπιστευτείς και να ανοιχτείς και να φανερώσεις τα εσώψυχά σου. Εμένα οι φίλοι μου…
oi filoi mou einai maura poulia
…δεν ανοίγονται πια. Καθώς μιλάς μαζί τους, βλέπεις ότι ο νους τους ταξιδεύει μακρυά, και κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, αλλά στην πραγματικότητα δεν λένε τίποτα και δεν ακούνε τίποτα από όσα τους λες. Προσποιούνται ότι συζητάνε, ενώ στην ουσία δε συνομιλούνε με κανέναν άλλο παρά μόνο με τον εαυτό τους. Και τους ρωτάς τις επόμενες ημέρες για εκείνο το γεγονός που σε είχε σακατέψει, που σε προβλημάτιζε, και εκείνοι δεν θυμούνται σχεδόν τίποτα. Και προσπαθείς να προσεγγίσεις την αγωνία τους, να βρεις τα κουμπιά εκείνα που θα ξεκλειδώσουν τις ταμπουρωμένες γωνιές τους, αλλά τότε κλείνονται ακόμα περισσότερο στις μύχιες σκέψεις τους. Είναι λες και δειλιάζουν να δείξουν τις πληγές τους, να τις βγάλουν στο φως, μήπως και θεωρηθούν κι εκείνοι ευάλωτοι, εύθραυστοι και πληγωμένοι. Όχι, δεν γουστάρουν καμία θεραπεία, γιατί, στην τελική, ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που θα τους θεραπεύσεις; Εμένα οι φίλοι μου…
…δεν έχουν χρόνο για φιλίες. Στο λαχανητό της επιβίωσης, η φιλία κατήντησε περιττό περίσσευμα. Θυμίζει πια εκείνα τα παραπανίσια ψώνια που έριχνες στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, εκείνες τις εποχές που τα συναισθήματα και τα πορτοφόλια ήταν παχυλά. Ναι εκείνα τα χαζά και άχρηστα που εσύ τα ψώνιζες σχεδόν ψυχαναγκαστικά για να έχεις την αίσθηση ότι ψωνίζεσαι πλήρως. Οι επαφές των ανθρώπων πλέον μικρύνανε, από καρότσι γίνανε καλάθι, χωράνε πολύ λιγότερους και για σύντομα χρονικά διαστήματα. Μετά τον ελεύθερο χρόνο, το χρόνο για πολιτισμό, για έρωτα, λιγόστεψε και ο χρόνος για τους φίλους. Εδώ δεν έχουμε πια χρόνο για να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας, θα σπαταλήσουμε λεπτά και ώρες και δευτερόλεπτα σε ανούσιες φιλικές ενασχολήσεις; Εμένα οι φίλοι μου…
…συμπιέζονται ανάμεσα σε όνειρα και εφιάλτες. Από το πρώτο πρωινό τους ξύπνημα, κουβαλάνε ένας βάρος στην καρδιά, στα βλέφαρα, στην ψυχή τους. Βαραίνουν τα πόδια τους τα ίδια, πάνω στο στίβο του “υγιούς” ανταγωνισμού, των συγκρίσεων και των συγκρούσεων. Τι κατάφερες εσύ, τι δεν πρόλαβα εγώ, σε πόσα τετραγωνικά θέλεις να μετρηθούμε, εντάξει, πως κάνεις έτσι, ήταν ένα απλό πισωγύρισμα αυτό, άλλοι πεθαίνουνε για ένα κομμάτι ψωμί, δεν είναι δα και σπουδαίο που γύρισα πίσω στους γονείς μου, τι στο διάολο θέλεις πια και δήθεν ενδιαφέρεσαι για ΄μένα και με ψάχνεις συνεχώς για να πιούμε έναν γαμημένο αγχωτικό καφέ και να τα πούμε και να μου πεις ότι χάθηκα, ότι χάνεσαι, ότι έχουμε χαθεί. Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά. Και πετάνε.
Και χάνονται.

 kakoskeimena.net

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

1η "Γιορτή Κρασιού και Παραδοσιακών Προϊόντων".

Πολιτιστικός - Εξωραϊστικός Σύλλογος
Αμπελακίων Δράμας.

Αγαπητοί φίλοι,
σας προσκαλέσουμε να συμμετέχετε στην "1η Γιορτή Κρασιού και Παραδοσιακών Προϊόντων" που θα πραγματοποιηθεί στον συνοικισμό Αμπελακίων του Δήμου Δράμας.
Η έκθεση και οι εκδηλώσεις θα ξεκινήσουν την Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου και θα ολοκληρωθούν την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου.
Το ωράριο λειτουργίας για την Παρασκευή και το Σάββατο από τις 17:00 έως το τέλος των εκδηλώσεων περίπου τα μεσάνυχτα ενώ την Κυριακή οι εκδηλώσεις θα αρχίσουν στις 10:00 και θα ολοκληρωθούν μετά το τέλος της μεγάλης συναυλίας αργά το βράδυ.
Πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα και εκδηλώσεις θα πλαισιώσουν παράλληλα την Έκθεση όλο το 3ημερο, με συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και παραδοσιακών συγκροτημάτων όπως ο πολύ γνωστός Κρητικός Καλλιτέχνης Μανώλης Κονταρός, Δραμινοί Ποντιακοί Καλλιτέχνες, Δραμινοί Λαϊκοί Καλλιτέχνες, Δραμινά Συγκροτήματα και άλλοι που θα ανακοινωθούν στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Στις παράλληλες εκδηλώσεις θα λειτουργήσουν έκθεση ζωγραφικής και έκθεση φωτογραφίας με έργα των μαθητών των τμημάτων του συλλόγου μας.
Είναι η 1η προσπάθεια για τη διοργάνωση της "Γιορτής Κρασιού και Παραδοσιακών Προϊόντων".
Θέλουμε να δημιουργήσουμε έναν θεσμό, όπου κάθε χρόνο θα μπορούν να εκθέτουν τα προϊόντα τους οι επιχειρήσεις του κλάδου του Κρασιού, του Ούζου, του Τσίπουρου και γενικά των Παραδοσιακών Προϊόντων σε μία έκθεση, στην οποία ο κόσμος - καταναλωτές θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τα προϊόντα του τόπου μας, να αγοράσει και να αναπτυχθούν Εμπορικές Συνεργασίες.

Την έκθεση υποστηρίζουν:
• Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
• Υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης
• Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης - Περιφερειακή Ενότητα Δράμας
• Δήμος Δράμας
• Δ.Ε.Κ.ΠΟ.Τ.Α. (Δημοτική Επιχείρηση Κοινωνικής Πολιτιστικής και Τουριστικής Ανάπτυξης του Δήμου Δράμας)

Για τον Πολιτιστικό - Εξωραϊστικό Σύλλογο
Αμπελακίων Δράμας

Οδοιπορικό στο ιστορικό Παπά Τσαΐρ


02 Σεπ 2013 @ 17:47  | Έγραψε ο Θεόδωρος Πούλιος

Θεόδωρος Πούλιος
χορηγός κατηγορίας: Εργοστάσιο | river party!


ΠΑΠΑ ΤΣΑΪΡ
Η ιστορία του Χωριού
Το χωριό Παπά - Τσαϊρ, δηλαδή το Λιβάδι του Ιερέα (Popovi Livadi σημερινή ονομασία), βρισκόταν σε μια κοιλάδα 16 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης του Νευροκοπίου, σημερινού Goce Delchev της Βουλγαρίας. Σε υψόμετρο 1390 - 1420 μέτρα, στο νότιο τμήμα του Πιρίν, περιτριγυριζόταν από κωνοφόρα δάση. Η έκτασή του ήταν περίπου 8 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το έδαφός του γρανιτένιο. Την εποχή που κάηκε το χωριό, είχε περίπου 200 σπίτια, τα οποία ήταν δίπατα με πέτρινους τοίχους και σκεπές, δείγμα της ευημερίας του χωριού.
Την εποχή που κάηκε το χωριό, είχε περίπου 200 σπίτια, τα οποία ήταν δίπατα με πέτρινους τοίχους και σκεπές, δείγμα της ευημερίας του χωριού. Στο κέντρο του χωριού (Μεσοχώρι), δίπλα στην πλατεία, βρισκόταν η εκκλησία. Ήταν αφιερωμένη στους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Κάθε Κυριακή, ανέβαινε παπάς από το Περιθώρι, προκειμένου να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Πιο δίπλα βρισκόταν το σχολείο, το οποίο είχε μόνιμα ένα  δάσκαλο για όλες τις τάξεις. Τα παιδιά μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και αριθμιτική.
Η κύρια ασχολία των κατοίκων του χωριού, ήταν η κτηνοτροφία. Τα τελευταία χρόνια, τα πρόβατα είχαν φτάσει περίπου τις 60.000. Τα μαντριά βρισκόταν έξω από το χωριό, πάνω στην πλαγιά, η οποία ήταν περίπου μισή ώρα περπάτημα από το μεσοχώρι. Τα κοπάδια, έφευγαν από το χωριό μετά τον Αϊ Δημήτρη και τα κατέβαζαν οι τσομπαναραίοι στα χειμαδιά της Ανατολικής Μακεδονίας,  στις περιοχές της Δράμας, της Καβάλας και του Στρυμόνα. Στο χωριό έμεναν τότε μόνο όσοι δεν ήταν κτηνοτρόφοι και οι φύλακες. Μετά τον Αϊ Γιώργη, οι τσομπαναραίοι τα ξανανέβαζαν στο Παπά - Τσαϊρ. Όταν γύριζαν από τα χειμαδιά, σταματούσαν λίγο έξω από το χωριό για 2 μέρες και έστελναν τις γυναίκες, τις νύφες και τα μικρά κορίτσια να καθαρίσουν τα σπίτια. Μόλις τελείωνε και αυτή η διαδικασία, μαζευόταν όλοι και πάλι στο χωριό.
Αρκετοί από τους κατοίκους του Παπά - Τσαϊρ ήταν και αγωγιάτες. Υπολογίζεται ότι στο χωριό υπήρχαν περίπου 1000 άλογα. Τα αγώγια που κάνανε ήταν από την Καβάλα μέχρι την Τουρκία. Συνήθως κουβαλούσαν καπνά και ξυλεία, τα οποία φόρτωναν από το λιμάνι της Καβάλας. Επίσης, οι αγωγιάτες ήταν αυτοί που έφερναν στο χωριό τα τρόφιμα και τα αγαθά που δεν μπορούσαν να παραχθούν.
Η ανάπτυξη και η ευημερία του χωριού αυτού δε θα μπορούσε να μείνει απαρατήρητη από τους γείτονές του. Το Παπά - Τσαϊρ, περιτριγυριζόταν από μικρά βουλγάρικα χωριά, τα οποία ήταν υποβαθμισμένα και πολύ φτωχά. Οι κάτοικοι τέτοιων χωριών, όπως το Ντασιφλίκ Ισβούρ και το Τέσοβο, αντιμετώπιζαν καθημερινό πρόβλημα επιβίωσης. Και ο πιο εύκολος τρόπος επίλυσης του προβλήματος, ήταν οι καθημερινές επιδρομές στο Παπά – Τσαϊρ. Αν και από τους συγκεκριμένους δεν υπήρχαν διαθέσεις φονικές και λεηλατικές, παρόλα αυτά, δημιουργούσαν μεγάλο πρόβλημα στην καθημερινότητα των Βλάχων, λόγω κλοπής αγαθών και ζώων.
Ωστόσο, οι χειρότερες δυσκολίες που αντιμετώπισε το χωριό αναφέρονται στα λεγόμενα του Μητροπολίτη Θεοδώρητου, κατά την επίσκεψή του στο χωριό τα έτη 1904, 1905, 1906: «Η κοινότητα (Παπά – Τσαΐρ) κατά τα τελευταία αυτά έτη, σαν άλλη Αργώ, διέτρεξε τον χειρότερο κίνδυνο, αφού βρέθηκε μέσα σε άλλες απαίσιες συμπληγάδες (δυσκολίες), δηλαδή, απ’ τη μια μεριά σε αιμοχαρείς Βούλγαρους λησταντάρτες, οι οποίοι έκλεβαν μυριάδες γρόσια σε μετρητά, τροφή, ζώα, ενδύματα και στρωμνοσκεπάσματα και άλλα παρόμοια, και απ’ την άλλη σε στρατιωτικά (τουρκικά) αποσπάσματα, που είχαν σαν αποστολή την καταδίωξη και τα οποία, επειδή δεν κατόρθωσαν να ανακαλύψουν τα κρησφύγετα και τα ίχνη των κλεφτών, διοχέτευαν όλη την αγανάκτησή τους στους δικούς μας αγαθούς βλαχοποιμένες, τους οποίους ανάγκασαν όπως και πολλούς άλλους πριν από 3 χρόνια, να εγκαταλείψουν όλοι μαζί τα αγαπημένα τους εδώ σπίτια με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τα ζώα τους και να υποστούν όλο το καλοκαίρι τα πάνδεινα κατά την μαρτυρική περιπλάνησή τους στη Ροδόπη».
Ένα άλλο πρόβλημα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι κάτοικοι του ανεπτυγμένου για την εποχή εκείνη Παπά - Τσαϊρ, ήταν η γνωστή προπαγάνδα που είχε ξεκινήσει από το ρουμανικό κράτος. Όπως και άλλα βλαχοχώρια, έτσι και το Παπά – Τσαϊρ, αποτέλεσε στόχο των Ρουμάνων για την επίτευξη των επεκτατικών τους σχεδίων. Φυσικά οι προσπάθειές τους δεν απέδωσαν καρπούς. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από επιστολή του Μητροπολίτη Νευροκοπίου Θεοδώρητου προς την Ιερά Σύνοδο την 4η Απριλίου 1904: «Όλες τις δικές μας βλαχόφωνες οικογένειες χαρακτηρίζει πολύ ειλικρινής και θερμή αφοσίωση προς την ορθόδοξη πίστη των πατέρων τους και αδιάρρηκτη ενότητα και συναδέλφωση με τους ελληνόφωνους αδερφούς τους, οι οποίοι δεν ανέχονται με κανένα τρόπο να διαχωριστούν ή να αποχωριστούν απ’ αυτούς. Γι’ αυτό και όταν πριν από πολλά χρόνια τόλμησε κάποιος εξαγορασμένος ψευδαπόστολος της ρουμανικής προπαγάνδας να εμφανιστεί εδώ, τέτοια αντίδραση και τέτοια περιφρόνηση βρήκε, ώστε μετά από πολύ μικρή διαμονή εδώ αναγκάστηκε άπραχτος να φύγει από δω».
Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να αντιληφθεί κανείς, ότι σε μια γενικότερη αναταραχή μεταξύ του ελληνικού και του βουλγαρικού κράτους, το Παπά - Τσαϊρ θα αποτελούσε έναν από τους πρώτους στόχους. Όπως και έγινε το καλοκαίρι του 1913, κατά τη λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Μετά την απελευθέρωση της Δράμας, ο Ελληνικός Στρατός κινήθηκε βορειοδυτικά, για να καταφέρει να απελευθερώσει το Νευροκόπι στις 6 Ιουλίου του 1913. Μια μέρα αργότερα, σύμφωνα με τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού, το 18ο Σύνταγμα Πεζικού με επικεφαλής τον Αντισυνταγματάρχη Τριαντάκη Κωνσταντίνο, απελευθερώνει το Παπά - Τσαϊρ. Η  επέλαση του Ελληνικού Στρατού συνεχίζεται επί βουλγαρικού εδάφους μέχρι να υπογραφεί η ανακωχή στις 18 Ιουλίου. Ακολουθεί η συγκέντρωση του στρατού στο Νευροκόπι στις 26 Ιουλίου και τελικά η Συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου 1913.
Στις 27 Ιουλίου ημέρα Κυριακή, οι Βλάχοι του Παπά - Τσαϊρ είχαν προγραμματίσει να τελέσουν 12 γάμους, όπως κάθε χρόνο άλλωστε, τελούσαν τους γάμους τους τέτοια εποχή του καλοκαιριού, προκειμένου να είναι όλοι μαζεμένοι στο χωριό. Η διαφορά τη χρονιά εκείνη, ήταν ότι είχαν ακόμα ένα λόγο για να γλεντήσουν. Οι Βλάχοι του Παπά - Τσαϊρ ήταν πλέον απελευθερωμένοι. Άνηκαν και επίσημα, όπως γνώριζαν τότε, στο ελληνικό κράτος. Η χαρά στο χωριό ήταν απερίγραπτη.
Δεν κράτησε όμως για πολύ γιατί την παραμονή του γάμου, το Σάββατο 26 Ιουλίου ημέρα της Αγίας Παρασκευής, ομάδες κομιτατζήδων, με επικεφαλής τον Γιάν Σαντάνσκι, προφασιζόμενοι το φόνο κάποιου Βούλγαρου αξιωματικού, εισέβαλαν στο χωριό και με ανελέητη μανία σκότωναν και κατέστρεφαν ό,τι έβλεπαν μπροστά τους. Οι κάτοικοι του Παπά - Τσαϊρ, σαστισμένοι έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στο δάσος, αφήνοντας τα σπίτια τους στο έλεος της λεηλασίας των κομιτατζήδων. Όσοι δεν πρόλαβαν να κρυφτούν, σφαγιάστηκαν. Η καταστροφή ήταν τεράστια. Όλο το χωριό κάηκε και πάρα πολλοί κάτοικοι θανατώθηκαν με άγριο τρόπο. Μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη φρίκη αυτή, αναφέρουν ότι πολλοί κάτοικοι σώθηκαν λόγω της γενναιότητας τμήματος Ελλήνων Ευζώνων που βρισκόταν στο Νευροκόπι, οι οποίοι πληροφορούμενοι την καταστροφή, έτρεξαν οικειοθελώς και ανεπίσημα να βοηθήσουν τους Βλάχους του Παπά - Τσαϊρ.
Με το μαρτυρικό αυτό τρόπο οι κάτοικοι του Παπά - Τσαϊρ διασκορπίτηκαν στα χωριά της Δράμας και των Σερρών. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Προσοτσάνη και μέσα σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα ήρθε η πλήρης ενσωμάτωσή τους με τους υπόλοιπους κατοίκους. Σήμερα εμείς οι απόγονοί τους, τιμούμε τη μνήμη τους και προσπαθούμε να είμαστε άξιοι συνεχιστές της ιστορίας που μας κληροδότησαν.
Σήμερα ακόμη υπάρχει η εκκλησία Πέτρου & Παύλου η οποία σε λίγους μήνες θα είναι έτοιμη. Ο Σύλλογος Βλάχων Προσοτσάνης "Οι Γραμμουστιάνοι" έχει συμβάλει οικονομικά στην προσπάθεια αναστήλωσής της, με πρωτεργάτη τον αείμνηστο πρόεδρο του συλλόγου και Δήμαρχο Προσοτσάνης Μακρή Γεώργιο, ο οποίος μαζί με ομάδα βλάχων Γραμμουστιάνων της Προσοτσάνης δώρισαν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό.